ΓΕΡΟΝΤΑΣ . ΕΝΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΙΛΗΤΟΥ


Επιμέλεια Κειμένου: Ελένη Χατζούδη-Τούντα

 

Χωριό Μικρασιάτικο ήταν ο Γέροντας, σκαρφαλωμένος στους λόφους που βρίσκονταν  γύρω από τα ερείπια του ιερού Ναού του Διδυμαίου Απόλλωνος. Μόλις 23 χιλμ. από τη Μίλητο απείχε αυτός ο αρχαίος Ναός που του είχαν απομείνει μονάχα τρεις βάσεις από τις Ιωνικές του κολώνες , μετά από κάποιον καταστροφικό σεισμό. Σύμφωνα δε με μαρτυρίες της εποχής εκείνης  ο δρόμος που οδηγούσε στο Ναό  , κατά μήκος του τελευταίου χιλιομέτρου  είχαν τοποθετηθεί σπουδαία έργα τέχνης. Σφίγγες, αγάλματα , σαρκοφάγοι, λιοντάρια. Σήμερα τα περισσότερα απ’ αυτά βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο και μάλιστα έχει παραχωρηθεί ολόκληρη λυκιακή αίθουσα. Αυτός που λεηλάτησε τον ιερό χώρο ήταν ο άγγλος C.Newton.

Εκεί λοιπόν πάνω σε γη ελληνική από τα πανάρχαια χρόνια και γύρω απ’ αυτόν τον Ναό  Σαμιώτες στα τέλη του 18ου αιώνα αναζητώντας καλύτερη ζωή, ίδρυσαν το χωριό τους. Αργότερα όταν ήρθαν και άλλοι άποικοι το χωριό μεγάλωσε, προώδευσε και απλώθηκε στους γύρω λόφους.

Τόπος πλούσιος ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ  με τον ωραιότερο ουρανό και το υγιεινό κλίμα. Τα βουνά του γεμάτα από λαγούς, πέρδικες, αγριογούρουνα. Άφθονο θήραμα για τους κατοίκους του χωριού. Δεν στερούνταν ούτε τα γαλακτοκομικά προϊόντα, ούτε τα ψάρια που έδινε άφθονα η θάλασσα. Μάλιστα ο πολυθρύλητος Αρχέστρατος είχε πει σχετικά: «Το χειμώνα να τρώτε μπαρμπούνια που ψαρεύτηκαν στην αμμουδερή Τειχιόεσσα στο χωριό της Μιλήτου.

Φτωχός στο χωριό δεν υπήρχε. Μονάχα ο τεμπέλης ήταν φτωχός. Κανείς δεν σ’ εμπόδιζε να ξεκουτσουριάσεις όση γη ήθελες από την απέραντη χέρσα έκταση. Μετά αφού την καλλιεργούσες δύο με τρία χρόνια έπρεπε να δηλώσεις στις Αρχές το «μερούλ ζαμάν» όπως έλεγαν οι τούρκοι αυτήν την ενασχόληση που έκανε κάποιος. Μετά αποκτούσες τον τίτλο της ιδιοκτησίας το λεγόμενο «Εβετ Χακινβορ».

Πάρα-πάνω από τον ΓΕΡΟΝΤΑ ήταν ο ΤΟΥΡΚΟΓΕΡΟΝΤΑΣ, χωριό τούρκικο. Όμως Ρωμιοί και Τούρκοι ζούσαν δίχως εχθρότητα , δίχως μίσος, δίχως προστριβές. «Εφέντιμ» προσφωνούσαν τον τούρκο οι Ρωμιοί, «Αρκαντάς» απαντούσε εκείνος. Οι Ρωμιοί τους καλούσαν σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές. Το ίδιο έκαναν κι εκείνοι. Ως και στους Αγίους οι τούρκοι άναβαν κρυφά κεριά, για να γλυτώσουν από κακιές αρρώστιες.

Ναι! Ειρηνικά ζούσαν Ρωμιοί και Τούρκοι ως να φθάσει το 1914, τότε που ξέσπασε η πρώτη παγκόσμια πολεμοθύελλα. Από τότε έσβυσε το γέλιο και ήρθαν τα πάνω-κάτω. Από τότε αδιάκοπα το μίσος των τούρκων κυνηγούσε τους χτεσινούς φίλους. Μίσος που στάλαξε στις ψυχές τους μεθοδικά  και επίμονα για πολύ καιρό η αδίστακτη γερμανική προπαγάνδα με σκοπό να εξοντωθεί  η Ρωμιοσύνη της Μικράς Ασίας.

Και έφτασε η Κυριακή του Θωμά του 1922. Μαζί όμως έφτασε στο ΓΕΡΟΝΤΑ και η είδηση: ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ.  Το χωριό φόρεσε αμέσως τα καλά του. Γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια στόλισαν τις πόρτες και τα παραθύρια, τα πρόσωπα λαμποκοπούσαν από χαρά. Τα νιάτα αρματώθηκαν και καμαρωτά γυμνάζονταν ρίχνοντας τουφεκιές στον αγέρα, Η γαλανόλευκη υψώθηκε και ο κόσμος  τραγουδούσε τραγούδια της λευτεριάς. Οι μεγάλλοι παράτησαν τις δουλειές τους, τα σπίτια τους, τα χωράφια τους, τα ζωντανά τους και ξεχύθηκαν στους δρόμους. Αγκαλιάζονταν φιλιούνταν, κλαίγανε, γελούσαν. Κοριτσόπουλα στήθηκαν στις πόρτες με το κανί στο χέρι , γεμάτο ανθόνερο, έτοιμες να δροσίσουν τον έλληνα στρατιώτη. Οι καμπάνες καλούσαν το λαό για προσευχή , για τη λιτανεία.

Μάης, τρελό Μάης,, μεθυσμένοι οι άνθρωποι από την είδηση, μιλούσαν συνέχεια για το χαρούμενο μαντάτο , ρωτούσαν με λαχτάρα να βεβαιωθούν.Σμυρτιές και δάφνες στρώθηκαν στους δρόμους που μοσκοβολούσαν από τα γλυκίσματα που ετοίμαζαβν οι νοικοκυρές για να προσφέρουν στον έλληνα στρατιώτη!

«Έρχεται ο ελληνικός στρατός» Άφοβα , δυνατά ακούονταν αυτές οι λέξεις κι ο αέρας τις έπαιρνε και τις πήγαινε πίσω από τα βουνά και τις αντιλαλούσε πέρα για πέρα.  Πόσο μεγάλη ήταν εκείνη η χαρά! Έφτασε η μεγάλη είδηση, έγιναν οι ετοιμασίες για την υποδοχή. Μα ο ελληνικός στρατός δεν ήρθε…

 

2 Ιουλίου 1922

Τα καράβια, τα ελληνικά καράβια αγκυροβόλησαν κάτω στην ακρογιαλιά του Γέροντα, του μικρασιατικού Γέροντα, του χωριού του σκαρφαλωμένου στους λόφους που βρίσκονταν  γύρω από τα ερείπια του ιερού του Διδυμαίου Απόλλωνα. Όλοι οι δρόμοι που οδηγούσαν στο χωριό μοσχοβολούσαν από τις λυγαριές και τα σπάρτα, μοσχοβολούσαν και  τα σπίτια με τις αυλές  γεμάτες από ροδιές, κυδωνιές αμυγδαλιές , κυπαρίσσια και λογής-λογής λουλούδια , με παράθυρα στολισμένα από γλάστρες, απ’ εκεί που αγνάντευες το πέλαγος με τα νησιά.

Ήρθαν λοιπόν τα ελληνικά καράβια και ρίχνουν κανονιές αδιάκοπα για να τρομάξουν τα μαύρα σαρίκια, για να πάρει θάρρος ο ελληνισμός. Μα ο κόσμος δεν πιστεύει στ’ αφτιά του. Φοβάτε μήπως οι Τούρκοι ετοιμάζουν κάποια πονηριά γι’ αυτό όλοι είναι κλειδαμπαρωμένοι. Μα το ξημέρωμα δείχνει την αλήθεια.

Ακούγονται τραγούδια, ελληνικά εμβατήρια, και Έλληνες στρατιώτες, παλικάρια που ανηφορίζουν  βιαστικά προς τα σπίτια. Αμέσως οι φόβοι διαλύονται και ο κόσμος ξεχύνετε στους δρόμους. Συγκίνηση και δάκρυα γέμισε ο τόπος…Όμως ο στρατός βιάζεται, οι εντολές δίνονται γρήγορα:
-Πάρτε μαζί σας όσα χρήματα μπορείτε και τα παιδιά σας. Τίποτε άλλο, και τρέξτε να σωθείτε στα καράβια…
Όλοι τρέχουν να σωθούν. Βιαστικά πολύ βιαστικά. Όλοι, στρατός και Γεροντιανοί, μικροί και μεγάλοι, όλοι μαζί μια μάζα τρέχουν. Τρέχουν για τη θάλασσα. Λες και το χωριό φλέγεται από φλόγες. Ο κόσμος φεύγει μα κοιτάζει και προς τα πίσω, εκεί που έχει αφήσει τα σπίτια του, τα χωράφια του, τα βουνά και τα δάση του, τη Γη που τους ανάστησε. Φεύγουν βιαστικοί, ανυπόμονοι, να φτάσουν στα πλοία. Ο στρατός βοηθά του γέροντες, τους ανάπηρους. Αδύνατον όμως να βοηθήσουν το πλήθος των μικρών παιδιών. Κάθε οικογένεια είχε ένα τσούρμο παιδιά. Οι μάνες ποιό παιδί να πάρει στην αγκαλιά και να τρέξει και ποιό ν’ αφήσει; Μια μάνα έχει σελώσει τ’ άλογο της και έχει στερεώσει καλά στη σέλλα δύο κοφίνια και μέσα έχει βάλει τα μικρά της. Τρέχει τ’ άλογο και ξοπίσω η Μάνα βιαστικά προς τη θάλασσα. Στο δρόμο σταματά και φορτώνει κι’ άλλα παιδιά . Άδειασε το χωριό, δίχως ελπίδα επιστροφής  των κατοίκων του. Ερήμωσαν οι εκκλησιές και  τα νοικοκυρόσπιτα .Τα πιστά σκυλιά που είχαν ακολουθήσει ως την παραλία κολυμπούσαν προς τα πλοία που έφευγαν και ούρλιαζαν απελπισμένα και μετά  γύριζαν στη στεριά. Έβλεπαν οι Γεροντιανοί τα κοπάδια τους να βόσκουν αμέριμνα στις πλαγιές, τα άλογα τους τελευταίους φίλους που τους είχαν μεταφέρει ως την ακρογιαλιά. Έβλεπαν τα δέντρα που τα δικά τους χέρια είχαν άλλοτε φυτέψει, τις καμινάδες που δεν θα κάπνιζαν ποτέ πια για τους ίδιους. Τα μάτια είχαν θολώσει. Ποιό χέρι και ποιά συνείδηση υπέγραψε μια τέτοια καταδίκη για τόσες χιλιάδες ψυχές;

Μεσοπέλαγα μια μάνα έβγαλε από τις τσέπες της μια φούχτα κλειδιά. Τα κοίταξε καλά-καλά, μετά έσκυψε τα φίλησε και τα πέταξε στη θάλασσα ψιθυρίζοντας: Χάσαμε τα δάχτυλα, δεν χρειάζονται τα δαχτυλίδια.

Επιλογή από το βιβλίο της Ευαγγελίας Γεωργοπούλου,

                                                 «Ο Μικρασιατικός Γέροντας»

                                             Εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ. Αθήνα, 1972.