Γιατροσόφια του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας

(Συνέχεια από το προηγούμενο άρθρο)

Επιμέλεια Κειμένου: Ελένη Χατζούδη-Τούντα
Πληροφορίες:»Μικρασιατικά Χρονικά»Τόμος Εικοστός, Αθήνα, 1998.

Αγαπημένοι μου αναγνώστες  θα συνεχίσω και σ’ αυτό το τεύχος το σεργιάνι στους γητευτές και τις γιάτρισσες σε Σμύρνη και Μικρασία.

Μια ασθένεια που παίδευε κυρίως τα μικρά παιδιά ήταν  οι «γαργαλώνες» δηλαδή οι αμυγδαλές. ΄Οταν πρήζονταν οι αμυγδαλές του παιδιού το κάθιζαν με γυρισμένη την πλάτη προς τη δύση και κοντά μου έβαζαν αναμμένο καντήλι. Η γιάτρισσα λοιπόν που φώναζαν να  γιατρέψει το παιδί, βουτούσε τα δάχτυλά της μέσα στο καντήλι και έτριβε το λαιμό του ασθενούς από μπρος προς τα πίσω και έλεγε: «Εννιά αδελφάδες ήμαστε κι απ’ τσ’ εννιά μείναν οχτώ, κι απ’ τσι οχτώ μείναν εφτά, κι απ’ τσι εφτά μείναν έξι, κι απ’ τσι έξι μείναν πέντε, κι απ’ τσι πέντε μείναν τέσσερις, κι απ’ τσι τέσσερις μείναν τρεις, κι απ’ τσι τρεις μείναν δύο, κι απ’ τσι δύο απόμεινε μία, κι απ’ τσι μία καμιά.»

Για το μάτιασμα, δηλαδή τη βασκανία, κάτι  που δέχεται και η ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία  γητεύανε τον άρρωστο «με αναμμένα κάρβουνα σβησμένα στο νερό», δίνοντας σε κάθε κάρβουνο ένα όνομα ατόμου που υποψιαζόντουσαν ότι σε «μάτιασε». Ένας άλλος τρόπος ήταν να βάλεις φωτιά στο θυμιατό και να πάρεις 9 καρεφύλια. Να σταυρώνεις τον άρρωστο κάθε φορά με ένα καρεφύλι και να λές: ‘»Αγιοι μου Ανάργυροι και θαυματουργοί, γιατρέψτε το κακό μάτι». Τα καρεφύλια να τα ρίχνεις στο θυμιατό να καούν. Όσο πιο κρότο έκαναν στη φωτιά τόσο περισσότερο ο άρρωστος ήταν ματιασμένος. Μετά τα   έριχναν    μέσα σε ένα ποτήρι νερό, ράντιζαν τον ματιασμένο και του έδινα  να πιεί τρεις γουλιές με τα λόγια: «Τση γεια σου να΄ναι». Τώρα πως ο ματιασμένος  δεν πάθαινε στομάχι ή δηλητηρίαση αυτό  είναι μία άλλη ιστορία.

Για το  κριθαράκι στο μάτι .Στη περίπτωση αυτή  έπρεπε να βρουν ένα πρωτότοκο παιδί να μουτζώσει τον ασθενή. Και όχι με όποιοδήποτε χέρι , αλλά με το αριστερό. Όταν ωρίμαζε το κριθαράκι  έπαιρνε η γιάτρισσα ένα κουκί κριθάρι και ακουμπούσε το κουκί επάνω στο μάτι για να το «ανοίξει» και παρακαλούσε την Αγία Μαρίνα: «Η Αγία Μαρίνα που μαραίνει τα κακά να σε μαράνει σαν το κριθάρι».

Για να προλάβουν ορισμένες ασθένειες χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα της Λαϊκής Ιατρικής ή  παρακαλούσαν διάφορους άγιους για «θεραπείες» συγκεκριμένων ασθενειών.

Επειδή την εποχή εκείνη ωραία γυναίκα ή κορίτσι ,  ήταν αυτή που ήταν «μπουζάτη» για να μην μαυρίσει λοιπόν μόλις έμπαινε ο Μάρτης και μάλιστα την πρώτη του μήνα αυτού, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, έδεναν στο χέρι των κοριτσιών και των αγοριών το «Μάρτη», που είχε φτιαχτεί από τρία νήματα, χρυσό, άσπρο και κόκκινο. Την ώρα που το έδεναν στο χέρι έλεγαν: «¨Οπ’ έχει κόρη ακριβή τον Μάρτη ο ήλιος μην τη δει». Το νήμα αυτό έπρεπε να το αφήσουν αποβραδίς επάνω σ’ αγιόκλημα. Με το «Μάρτη» προφυλάγονταν το παιδί από τη μαυρίλα και τον πονοκέφαλο.

Την πρωτοχρονιά οι χριστιανοί έπαιρναν στην εκκλησία ένα ρόδι  και το λειτουργούσαν, μετά γύριζαν στο σπίτι και έμπαιναν με το δεξί πόδι στο κατώφλι, έσπαγαν το ρόδι κατάχαμα και έλεγαν: «Ρόδι μου, καντινάρι μου, με χίλιες μύριες ρώγες. Όσες ρώγες τόσες λίρες κι άλλες τόσες ευτυχίες».

Για να έχει άφθονο γάλα η λεχώνα την προστάτευε η Παναγία η Γαλατούσα στον Απάνω Μαχαλά. Οι Τούρκοι το έλεγαν σούτ-κουγιουσί και πήγαιναν κι αυτοί, γιατί η πίστη στη Θεία Δύναμη δεν γνωρίζει θρησκείες.

Όλα όσα αναφέρθηκαν ήταν μέρος της Λαϊκής Ιατρικής που εφαρμοζόταν από τον Χριστιανικό Ελληνισμό της Μικρασίας. Και που ίσως ακόμη την παράδοση αυτή να θυμούνται οι πρόσφυγες της δεύτερης γενιάς.