Ο ΑΛΗ ΣΑΝΤΙΚ ΕΦΕΝΤΗΣ

Ένας γνήσιος στρατιώτης και όχι ληστής
«Ως χαρίεν άνθρωπος, όταν άνθρωπος ή …»

(Επιμέλεια Κειμένου : Ελένη Χατζούδη-Τούντα)

Στον Μικρασιατικό Γέροντα εκείνες τις ανήσυχες μέρες ήρθε ένας νέος τούρκος διοικητής. Ήταν ο Αλή-Σαντίκ Εφέντης.

» Ο Νόμος τον διέτασσε να προχωρήσει σε ενέργειες τρομερές: «να μας βγάλει όλους από τον τόπο ή να μας σκοτώσει.» Έτσι  διέτασσε ο Νόμος και ο Αλής-Σαντίκ εφέντης έπρεπε να εκτελέσει το Νόμο. Μα πώς; Διάβαζε τη διαταγή ο Αλή Σαντίκ και κρύος ιδρώτας έλουζε το πρόσωπό του. Να διώξει τους ανθρώπους από τον τόπο τους; Να τους σκοτώσει; Μ`αυτός δεν είναι πλασμένος από την πάστα των φονιάδων. Αυτός είναι γεννημένος για ν’ αγαπά , για να χαρίζει την ελπίδα, για να δίνη τη χαρά… Έπειτα υπάρχει απάνω απ’ όλους μας ο Θεός, που βλέπει τα πάντα, που δεν θέλει να γίνεται το κακό, που αργά αλλά σίγουρα τιμωρεί. Γιατί λοιπόν αυτός θα ενεργήσει αντίθετα προς το θέλημά του; Όχι . Ας διατάσσουν οι νόμοι, ας απαιτούν οι ανώτεροι. Αυτός όχι μόνο δεν θα βάψη τα χέρια του με το αίμα αθώων, αλλά θ`αγωνιστεί, όσο γίνεται , για ν’ αποτρέψει και τους άλλους. Δεν θ’ αφήσει, έτσι αποφασίζει καθώς σκυφτός από τη συλλογή αγρυπνεί όλη νύχτα , να εξευτελισθούν  γέροντες, ν’ ατιμασθούν παρθένες, να βουτηχτούν στο αίμα μικρά παιδιά. Γιατί κι ατός έχει μικρά παιδιά που τ’ αγαπάει, γιατί κι αυτός έχει κορίτσι που το καμαρώνει, γιατί είναι άνθρωπος, και πρέπει κάποτε  να παραδώσει ολοκάθαρη στα χέρια του Θεού  την ψυχή του. Αναμετράει την ευθύνη του ο Αλής-Σαντίκ εφέντης. Ξέρει πως η παράβαση της διαταγής  έχει βαρύτατες επιπτώσεις στη σταδιοδρομία του, πως μπορεί να την πληρώσει με τη ζωή του.Μα αυτή η σκέψη δεν τον κάνει διστακτικό. Γιατί  ξέρει πως η ζωή δεν έχει καμιά αξία, δεν μπορεί να είναι ήσυχη, όταν συνοδεύεται από τις κατάρες και τα αναθέματα των αθώων. Γι αυτό παίρνει ηρωικά την απόφασή του. Θα σώσει αυτούς τους ανθρώπους. Όχι μόνον δεν θα τους βλάψει αλλά-όσο μπορεί-θα τους ωφελήση. Θα τους προστατεύσει από τις χυδαιότητες των διεφθαρμένων, θα τους γλυτώσει από το μαχαίρι του διψασμένου για αίμα τσέτη, από τις διαρπαγές και τις βιαιότητες του ληστή. Θα τους σώσει. Γιατί  μόνον έτσι σώζει και τον εαυτό του, σώζει τον Αλή Σαντίκ εφέντη. Γιατί ο Αλής-Σεντίκ είναι εκείνος που κινδυνεύει, ο Αλής Σαντίκ είναι εκείνος που σπρώχνεται στον αιώνιο αφανισμό από τα άγρια πάθη που υπαγόρευσαν την άνομη διαταγή που κρατάει στα χέρια του.

Κρατάει λοιπόν στα χέρια του τη μαύρη διαταγή ο Αλή Σαντίκ εφέντης και δεν την εκτελεί. Υποκρίνεται όμως στους δικούς του πως απλώς αναβάλλει την  εκτέλεσή της και δίνει και στους δικούς μας, που δεν τα χουν χαμένα, να καταλάβουν πως δεν πρέπει να κάθονται με σταυρωμένα χέρια , πως πρέπει  να αντιστέκονται στα λεφούσια των τσέτηδων, που πέφτανε τις νύχτες επάνω στο χωριό , διψασμένα για πλιάτσικο και για γυναίκα. ‘Εβγαλε μάλιστα και διαταγή: «Άν γίνει επίθεση τσέτηδων στο χωριό, οποιαδήποτε ώρα κι αν είναι, να ζητάμε αμέσως βοήθεια». Η διαταγή τέλειωνε με την υπόσχεση πως αμέσως θα ΄στελνε στρατό ν’ αποκαταστήσει την τάξη. Και την υπόσχεσή του την ετήρησε πέρα για πέρα.

Από τα σχετικά με τη διαταγή επεισόδια πολλοί Γεροντιανοί θυμούνται ακόμα και τώρα το ακόλουθο:

Κάποια νύχτα, που όλοι ήταν από το φόβο κλειδομανταλωμένοι, πλήθος συμμορίτες γυρόφερναν το σπίτι της κυρά Σκάρου, την Κατσκαντάναινας. Ξεγελασμένοι από την απόλυτη ησυχία, νομίζοντας πως δεν υπήρχε ψυχή μέσα, ετοιμάζονταν να ξεμακρύνουν, όταν ακούστηκε το κλάμα μωρού παιδιού. Έτσι οι συμμορίτες κατάλαβαν πως δεν ήταν άδειο και χωρίς να χάσουν καιρό όρμησαν απάνω του.

Ο πρώτος , που με μια κλωτσιά άνοιξε την πόρτα, ρίχτηκε αμέσως στο πεντάμορφο κορίτσι, που δεν πρόλαβε να κρυφτή. Μα η κυρά Σκάρου, η μάννα του, μια λεβεντογυναίκα, δεν τάχασε. Με μια δυνατή σπρωξιά τον έφερε στη γη ανάποδα. Ώσπου να καλομπούν οι άλλοι, έφτασε το  καρακόλι και ο Αλής Σαντίκ εφέντης, που ενθουσιασμένος από το θέαμα του ξαπλωμένου αντάρτη, είπε στην κυρά Σκάρου:-Καλά τον πλήρωσες, για να μάθουν και οι άλλοι να΄ναι στρατιώτες και όχι ληστές.

Ολοζώντανη παραμένει στο νου πολλών Γεροντιανών ακόμη και σήμερα η ανάμνηση του αγαθού Αλή Σαντίκ , του προστάτη τους. Μερικοί τον μνημονεύουν και στην προσευχή τους. ¨Πιστεύουν πως  έχει τοποθετηθεί «εν χώρα δικαίων» σε μια από τις πιο όμορφες γωνιές της αιώνιας γαλήνης , και παρακαλούν τον Θεό να δροσίζει το συλλογισμένο μέτωπο του με το μυρωμένο αέρι, που απαλά κατεβαίνει από τις πλαγιές και τα ρουμάνια των Δίδυμων βουνών.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ευαγγελίας Γεωργοπούλου,

«Ο Μικρασιατικός Γέροντας»

Εκδ.  ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ, Αθήναι 1972.