Πανωραία Χατζηκώστα

Η παλιά αρχόντισσα

των Κυδωνιών που έδωσε «το «όνομά της»

στο νεοσύστατο κράτος

 

Του ΝΙΚΟΥ Χ. ΒΙΚΕΤΟΥ*

 

Όταν το 1826 ανέλαβε την αρχή η κυβέρνηση του Ανδρέα Ζαΐμη αντιμετώπισε μια έκρυθμη κατάσταση στη πόλη του Ναυπλίου λόγω της αδυναμίας του κράτους να πληρώσει τους μισθούς των στρατιωτών που είχαν αφιχθεί στην πρωτεύουσα του κράτους, μετά την πτώση του Μεσολογγίου. Η κατάσταση γινόταν ακόμα πιο απελπιστική, αφού χωρίς χρήματα στο δημόσιο ταμείο ήταν αμφίβολη και αυτή ακόμη η συνέχιση του απελευθερωτικού αγώνα. ΄Ο,τι απέμενε συνεπώς στην κυβέρνηση ήταν να διενεργήσει δημόσιο έρανο μεταξύ των κατοίκων του Ναυπλίου, με την ελπίδα ότι θα εξασφάλιζε κάποια χρήματα που θα της επέτρεπαν να ανασυντάξει τις δυνάμεις των αγωνιστών για να αντιπαραταχθούν στο στρατό του Ιμπραήμ και του Κιουταχή.

Την ημέρα του εράνου (8 Ιουνίου 1826) στην ιστορική πλατεία Πλατάνου του Ναυπλίου, σημερινή πλατεία Συντάγματος, όταν ο διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος με την εμπνευσμένη ομιλία ζήτησε από το λαό να συνδράμει στον έρανο, από τους πρώτους που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του ήταν η Ψωροκώσταινα, προσφέροντας τις φτωχές της οικονομίες, υπό τις επευφημίες του πλήθους. Η στάση της προκάλεσε τόση εντύπωση, ώστε όταν λίγο αργότερα κάποιος εύπορος ΄Ελληνας κατέθεσε ένα ευτελές ποσό, ο Γεννάδιος δεν δίστασε να τον επιτιμήσει με τούτα τα λόγια: «Δεν ντρέπεστε Κύριε! Σεις γνωστός πλούσιος! Ακόμη και η Ψωροκώσταινα κατέθεσε τας δύο πεντάρας της».

Αλλά ποια ήταν η γυναίκα που χάρισε το όνομά της στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, δίνοντας ταυτόχρονα σπουδαίο μάθημα πατριωτισμού, ήθους και κοινωνικής αλληλεγγύης;

Η Πανωραία Χατζηκώστα, αυτό ήταν το πραγματικό όνομα της Ψωροκώσταινας, καταγόταν από τη μεγάλη και ακμάζουσα  ελληνική πολιτεία της Μ. Ασίας, τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) στην οποία ζούσε μέχρι το 1821 μαζί με τον άνδρα της, τον έμπορο Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη και τα τέσσερα παιδιά τους. ΄Οταν στις 3/15 Ιουνίου 1821, πυρπολήθηκε η πατρίδα της και έχασαν τη ζωή τους όλοι οι άνδρες της οικογένειάς της, η Πανωραία  κατέφυγε πρόσφυγας στα Ψαρά και από εκεί στο Ναύπλιο. Εδώ αναγκάστηκε να εργαστεί ως πλύστρα για να επιζήσει. Παρά τον πόνο για το χαμό των δικών της και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη νέα της πατρίδα, όταν αφίχθησαν στην πόλη τα ορφανά του Μεσολογγίου, η παλιά αρχόντισσα των Κυδωνιών προθυμοποιήθηκε να πάρει κάτω από την κηδεμονία της τέσσερα παιδιά για να τα περιθάλψει. Νέα βάρη προστέθηκαν έτσι στους ώμους της και η δυστυχισμένη γυναίκα για να επιβιώσει αναγκάστηκε να ασκήσει «το της επαιτείας επάγγελμα». Καθόλου ωραία πια από τα βάσανα της καθημερινότητας και με σαλεμένα τα μυαλά  από τις δυστυχίες που τη βρήκαν, περιφερόταν ζητιανεύοντας τους δρόμους και στα σοκάκια του Ναυπλίου, γενόμενη στόχος χλευασμού από τα μικρά χαμίνια της πόλης, που σκωπτικά την περιγελούσαν και την αποκαλούσαν «Ψωροκώσταινα».

 

 

* O Nίκος Βικέτος είναι εκπαιδευτικός και γεν. γραμματέας της Ενώσεως Σμυρναίων.